Ρε παιδί μου να ήταν κάπως αλλιώς, δεν ξέρω. Nα μην τελείωναν οι εποχές, να μην φεύγαν οι άνθρωποι. Ή να μπορούσες να γυρνάς εσύ εκεί για λίγο, σε ό,τι σου λείπει, όποια στιγμή θελήσεις σε όποια ηλικία. Σκέψου, ξέρω ‘γώ. Την πρώτη σφιχτή αγκαλιά που του έκανε, θα μπορούσε να θυμηθεί και να νιώσει κανείς πάλι, όταν της είχε ψιθυρίσει κάτι στο αυτί και εκείνη κοκκίνισε. Mετά η γυναίκα της ζωής του. Τα γέλια και οι φωνές με την συμμορία των φίλων. Να ακούσεις τα γέλια στους καυτούς βράχους του μεσημεριού, κορμιά εφηβικα εσείς, ξερακιανά, αρμυρισμένα, ξένοιαστα, τώρα που ζορίζεσαι να βγει η μέρα. 

Να μπορούσες κάπως έτσι να νικήσεις και την απώλεια, το θάνατο, να γυρίζεις εκεί, άντρας πια, στο νησί και εκείνος να βρίσκεται εκεί, όπως σε είχε μάθει, στην άκρη της αυλής, με το κορμί να μοιάζει κεραμιδί νόμιζες, ηλιοκαμένο όταν είχες καιρό να τον δεις, μα φωτεινός, γελαστός, χαρούμενος, ξημερώματα να σε περιμένει ανήσυχος για να φτάσεις καλά. Να βρεθείς εκεί με το καλωσόρισμα του στη σκάλα, το φιλί του, τον ελληνικό που είχε ετοιμάσει και άχνιζε ακόμα, περιμένοντας  για τα νέα που θα του φέρεις από την Αθήνα. Και μετά που θα σε πάει πίσω στους κήπους πιο μεσημέρι, και θα καμαρώσει που θα του πεις ρε μπαμπά τι ωραία που τα έχεις, για να σου πει για σας τα κάνω, να ‘ρχεστε να τα χαίρεστε.  
Αυτό σου λείπει. Σπίτια ανοιχτά, καλοσωρίσματα, χέρια απλωμένα να προσμένουν τα ξενάκια τους. Γι’ αυτό τα γράφεις όλα αυτά, γιατί είναι που σκέφτηκες πως θες να πας για λίγο κάτω, και στην σκέψη αυτή που αν την σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει βαριές ανάσες, ήχους βαρύθυμους και ένας κόμπος θα βρεθεί στο στομάχι, εσύ το αναβάλεις πάλι. Είναι αλλιώς πια το ξέρεις, και πόσο, για πόσο μπορείς εσύ να παλεύεις με την μνήμη όταν αυτή δεν υπακούει στην όσφρηση, την γεύση, την αφή; δυσκολεύεσαι ρε…
 
Από  τον Μενέλαο Μανώλη για το www.ikariamag.gr
 
Follow us